Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

στο πλοίο της επιστροφής λοιπόν κάθομαι με δύο παρθένες (συμπεριφοριστικά) συνεπιβάτισσες, φοιτήτριες του παιδαγωγικού και κάτι άλλο που δεν θυμάμαι γιατί δε με ενδιαφέρει η ταξινόμηση της φοιτήτριας ως ερευνητικό πεδίο, και λέμε περί ανέμων και υδάτων γιατί κουνάει το καράβι και πρέπει να ξεχαστούμε. Να σας πω ότι το πλοίο είναι τίγκα στον ρομά προσκυνητή που έχει σκορπιστεί στις παναγίτσες να ανάψει κεράκι - και είναι πολύ κύριοι και τα όλα τους οι τύποι - και στον κλασσικό γύφτο έλληνα που γυρνάει στη μιζέρια του διαμερίσματος με καθρεφτέ γυαλιά ρέιμπαν όμως και αφού έχει δηλώσει στις κάμερες "περνάμε καλά" και "ωραίος κόσμος". Απέναντι κάθεται ένας, δεν θα βιαστώ να προβώ σε χαρακτηρισμούς. Πιάνει ψιλοκουβεντούλα με έναν νεαρό τσιγγάνο από αυτούς που ο κόσμος θα χαρακτήριζε διανοητικά καθυστερημένους, αν και είναι προφανές πως τέτοιοι άνθρωποι είναι πιο ανεπτυγμένοι διανοητικά από εμάς τους "κανονικούς", σύμφωνα και με την δημοφιλή θεωρία "αυτό που κοροϊδεύεις, είσαι". Μοιραζόμαστε όλοι ένα τραπέζι και κρυφακούει η μία παρέα της κουβέντες της άλλης με δόλιους σκοπούς. Ο δικός μου σκοπός, ενώ ακουω τον τύπο να κερνάει τον τσιγγανάκο μπύρες και παρατηρώντας την εκπληκτική του ομοιότητα με εκείνον τον ηθοποιό τον καμπανέλλη, τον αδερφό του συγγραφέα, να αυτόν:


ακούω λοιπόν για να τον ξεσκεπάσω τον άθλιο, καθώς αδυνατώ να δεχτώ πως έπεσα πάνω σε κουλ και εντάξει τύπο που δεν έχει πρόβλημα με τους τσιγγάνους σε ένα πλοίο που παρακαλάει να μας επιτεθεί το κράκεν για να τους πετάξει θυσία στη θάλασσα και να θρέψει το αιμοσταγές ένστινκτό του. Αυτός, απ'ότι αποδείχθηκε κρυφακάκουγε εμάς για τους δικούς του λόγους. Και σε μία φωτεινή στιγμή τον ακούω να παροτρύνει τον τσιγγάνο να την πέσει απροκάλυπτα στις παρθένες 

"έλα ρε, ωραίες κοπέλες, όρμα σου λέω, θα σου κάνω κι εγώ πλάτες

και εν ριπή οφθαλμού φυσικά ο συμπαθής ρομά κάνει ένα αδέξιο πέσιμο που θυμίζει εφτάχρονο όταν ζητάει μπισκότο από ξανθιά συμμαθήτρια. Ο σωσίας του καμπανέλλη πετάγεται πάνω και το παίζει θιγμένος του στυλ 

"ώπα ρε, κάνε πίσω, σου κάναμε μια πλάκα και εσύ το πήρες σοβαρά, ε όχι ρε φίλε! άσε σε παρακαλώ ήσυχα τα κορίτσια, φύγε τώρα.Φύγε όπως ήρθες, φύγε σου λεώ μη γίνει επεισόδιο". 

Το πλοίο θαυμάζει τον σωτήρα, εγώ εμβρόντητη βγάζω τα γυαλιά ηλίου (πολύ ωραία γυαλιά, πλαισιώνουν εξαιρετικά το ωοειδές, κινηματογραφικό πρόσωπό μου) και τον κοιτάω αδυνατώντας να πιστεψω αυτά που λέει η θειά μου και τα άλλα που ακούν τ'αυτιά μου, και το αρχιδάκι βρίσκει ευκαιρία να χωθει στις παρθένες. Και ξεκινάει το μαρτύριο του για-να-γαμήσω ψεύδους. Ότι είναι πιλότος ελικοπτέρου. Ότι σώζει ζωές. Ότι λατρεύει τη δουλειά του αλλά έχει κουραστεί. Ότι είναι διαζευγμένος γιατί δε μπορεί να ζήσει χωρίς τον απόλυτο, εξοντωτικά φλογερό έρωτα. Ότι είναι αυστηρός όσον αφορά στο πάθος, άμα ερωτευτεί τα δίνει όλα (μικρή μου εσύ καριόλα - συμπλήρωσα εγώ από μέσα μου). Ότι δεν τους την πέφτει, τις βλέπει σαν πατέρας. Ότι πρέπει να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και τα συναισθήματά τους. Ότι πρέπει να ερωτεύονται παράφορα. Όλα αυτά που διαβάζεις στα άρλεκιν της ρούλας σαλταπήδα δηλαδή. Μπορεί τελικά αυτός να είναι η ρούλα σαλταπήδα. Οι παρθένες διατηρούν εντωμεταξύ μια ηλίθια, ακατανόητη στάση. Η μία δεν του μιλάει καν, τον αγνοεί. Αυτό φυσικά τον εξοργίζει, της λεει στα μούτρα ότι είναι ψυχρή και δεν θα βρει ποτέ γκόμενο, και για καλή της τύχη φυσικά αυτό την γλιτώνει. Η άλλη κολακευμένη αφού αυτή είναι η θερμή και οι άντρες θα την ερωτεύονται σφόδρα σύμφωνα με τον χρησμό του έμπειρου μαλάκα να πούμε, συνεχίζει το πίρι πίρι μέχρι που σε μια στιγμή ρίχνει και μερικά δάκρυα. Αυτός συγκινημένος ορμάει και τυλίγει τις γεροντικές χερούκλες του γύρω από το τρυφερούδι και της σκάει και δυο φιλιά στα μάγουλα -αηδία μεγάλη- ενώ της λέει: "να ανταλλάξουμε τηλέφωνα, θέλω πολύ να έρθεις να σου δείξω το σπίτι μου στην πλάκα, θα πάθεις πλάκα", θυμάμαι αυτομάτως τον αγαπητό στάθη ψάλτη και το μόνο που κατάφερα να αρθρώσω ήταν, από το πουθενά: 

--ποια χρονιά τέλειωσες το λύκειο;


τέσσερα χρόνια πριν από μένα. και ξέρεις τι διαπιστώνω με μεγάλη θλίψη; εκείνοι οι γλίτσες γυμνοσάλιαγκες γεροπαπούδες πορνόγεροι που μας πλεύριζαν στα καλοκαιρινά μπαρ και μας έπιαναν τα μπούτια και εμείς γελούσαμε γιατί λέγαμε πως είναι η τελευταία τους χαρά πριν από τον τάφο - νέες ωραίες και ανίκανες να κατανοήσουμε τη μέση plus ηλικία - είναι τώρα οι συμμαθητές μας. 



Αυτό κυρίες και κύριοι είναι η αμίλικτη φύση της ζωής.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

όταν έχει φεγγάρι, πέραν του ότι μεγαλώνουν οι σκιές μέσα στο σπίτι που λεει κι ο ποιητής και εύχομαι να με συγχωρήσει που τον πιάνω στο στόμα μου αλλά εδώ που τα λέμε υπάρχουν πολύ πιο βρώμικα στόματα που πιάνουν τον ποιητή, δε συμβαίνει απολύτως τίποτα ιδιαίτερο. 

μα το θεό (όχι ΤΟΝ θεό, ΤΟ ΘΕΟ, ουδέτερο, γιατί)
θα γαμήσω την ξύλινη κουτάλα της κουζίνας από τα νεύρα μου.